Η αρχική χρήση του χώρου ήταν εστιατόριο, με πλήρως εξοπλισμένη επαγγελματική κουζίνα. Ακολουθώντας τις σύγχρονες ανάγκες της εποχής, η διοίκηση αποφάσισε την αισθητική και λειτουργική του αναβάθμιση, μετατρέποντάς τον σε έναν υβριδικό χώρο φαγητού, καφέ, διαλείμματος, αλλά και εργασίας και συναντήσεων.
Ο σχεδιασμός προσφέρει ποικιλία τύπων καθιστικών, καθιστώντας τον χώρο ευέλικτο και προσαρμόσιμο στις διαφορετικές ανάγκες και ρυθμούς εργασίας των χρηστών. Καρέκλες, stools, καναπέδες και booths ενθαρρύνουν την απομάκρυνση από το παραδοσιακό γραφείο, υποστηρίζοντας έναν πιο δυναμικό και συνεργατικό τρόπο εργασίας, με επιλογές που ανταποκρίνονται στην ιδιοσυγκρασία και τις απαιτήσεις κάθε δραστηριότητας.
Η αρχιτεκτονική προσέγγιση βασίζεται σε καθαρές, δυναμικές γραμμές και σε μια σαφή οργάνωση του χώρου μέσω ροών κίνησης και σημείων στάσης.
Στην επίπλωση έχουν χρησιμοποιηθεί έντονες αλλά ισορροπημένες επιλογές, σε αρμονία με την εταιρική παλέτα, ενώ η παρουσία ξύλου προσδίδει μια πιο ζεστή και φιλόξενη, “cozy” ατμόσφαιρα στο σύνολο.
Στοιχεία επένδυσης και φωτισμού ενισχύουν τον χώρο τόσο λειτουργικά—μέσω ηχοαπορρόφησης και τοπικού φωτισμού—όσο και αισθητικά, καθώς κάθε επιλογή εντάσσεται με συνέπεια στο συνολικό σχεδιαστικό concept, υποστηρίζοντας τη χρωματική και μορφολογική του ταυτότητα.
Η εσωτερική φύτευση λειτουργεί ως φίλτρο ήπιας απομόνωσης στον αμφιθεατρικό χώρο, δημιουργώντας παράλληλα ένα φυσικό φόντο που συνομιλεί και με τα δύο επίπεδα.
Τέλος, η ευελιξία του περιβάλλοντος αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντική στην περίοδο της πανδημίας, καθώς προσφέρει ιδιωτικά σημεία απομόνωσης, κατάλληλα τόσο για online όσο και για δια ζώσης συναντήσεις.